Ο μεταμοντερνισμός οφείλει το όνομά του στη σχέση του με τον μοντερνισμό, τον οποίο συνέχισε και ταυτόχρονα αναθεώρησε. Ο όρος διαδόθηκε στις ΗΠΑ τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 μέσα από τη λογοτεχνική κριτική του Ιχάμπ Χασάν [Ihab Hassan] και τη θεωρία της αρχιτεκτονικής του Charles Jencks [Τσαρλς Τζενκς]. Φιλοσοφικό βάρος απέκτησε με τη Μεταμοντέρνα κατάσταση [La Condition postmoderne] (1979) του Jean-François Lyotard [Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ], ο οποίος όρισε το μεταμοντέρνο ως δυσπιστία απέναντι στις μεγάλες αφηγήσεις. Το θεωρητικό υπόβαθρο του ρεύματος αντλήθηκε από τον μεταδομισμό, ιδίως από τον «θάνατο του συγγραφέα» του Roland Barthes [Ρολάν Μπαρτ], την αποδόμηση του Jacques Derrida [Ζακ Ντερριντά] και τη θεωρία της προσομοίωσης του Jean Baudrillard [Ζαν Μπωντριγιάρ]. Ο Fredric Jameson [Φρέντρικ Τζαίημσον] ερμήνευσε τον μεταμοντερνισμό ως «πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού». Το ρεύμα διακρίνεται από τη μετανεωτερικότητα, η οποία δηλώνει την ευρύτερη κοινωνική και οικονομική συνθήκη της περιόδου.
Στην αρχιτεκτονική, ο Robert Venturi [Ρόμπερτ Βεντούρι] αντέταξε στον λειτουργισμό την πολυπλοκότητα και την αντίφαση, ενώ ο Jencks διατύπωσε την έννοια της «διπλής κωδικοποίησης», δηλαδή μορφών που απευθύνονται ταυτόχρονα στους ειδήμονες και στο ευρύ κοινό. Στις εικαστικές τέχνες, η ποπ αρτ του Andy Warhol [Άντυ Γουώρχολ] προετοίμασε την τέχνη της οικειοποίησης, ενώ οι φωτογραφικές σειρές της Cindy Sherman [Σίντυ Σέρμαν] υπονόμευσαν τις έννοιες της πρωτοτυπίας και της σταθερής ταυτότητας. Στη λογοτεχνία, ο Italo Calvino [Ίταλο Καλβίνο] και ο Umberto Eco [Ουμπέρτο Έκο] καλλιέργησαν την αυτοαναφορική αφήγηση και το ειρωνικό παράθεμα.
Στο θέατρο, ως πρόδρομοι του ρεύματος θεωρούνται ο Alfred Jarry [Αλφρέ Ζαρρύ], ο Luigi Pirandello [Λουίτζι Πιραντέλλο], ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ], ο Antonin Artaud [Αντονέν Αρτώ] και το θέατρο του παραλόγου. Η δραματουργία του μεταμοντερνισμού καλλιέργησε τη μεταθεατρικότητα και την επανεγγραφή του κανόνα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Rosencrantz and Guildenstern Are Dead [Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί] (1966) του Tom Stoppard [Τομ Στόππαρντ], η Αμλετομηχανή [Die Hamletmaschine] (1977) του Heiner Müller [Χάινερ Μύλλερ] και το Top Girls [Κορυφαία κορίτσια] (1982) της Caryl Churchill [Κάρυλ Τσώρτσιλ]. Το ρεύμα κορυφώθηκε τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 στη σκηνική γραφή Αμερικανών σκηνοθετών-δημιουργών, όπως ο Robert Wilson [Ρόμπερτ Ουίλσον], ο Richard Foreman [Ρίτσαρντ Φόρμαν], ο Lee Breuer [Λη Μπρόιερ] και η Elizabeth LeCompte [Ελίζαμπεθ Λεκόμπτ] με την ομάδα της The Wooster Group [Γούστερ Γκρουπ]. Στη συνέχεια επεκτάθηκε σε ευρωπαϊκές ομάδες, όπως οι βρετανικοί Forced Entertainment [Φορστ Εντερτέινμεντ]. Οι παραστάσεις αυτές συνέθεταν κλασσικά κείμενα, λαϊκή κουλτούρα, βίντεο και αυτοβιογραφικό υλικό και ανέδειξαν τη σκηνική πράξη σε αυτοαναφορικό παιχνίδι με τις θεατρικές συμβάσεις.
Στη μουσική, ο μεταμοντερνισμός εκδηλώθηκε ως πολυστυλισμός και κολλάζ παραθεμάτων. Χαρακτηριστικά δείγματα είναι το τρίτο μέρος της Sinfonia [Συμφωνία] (1968 – 1969) του Luciano Berio [Λουτσιάνο Μπέριο] και η Πρώτη Συμφωνία (1969 – 1972) του Άλφρεντ Σνίτκε [Alfred Schnittke]. Στο μουσικό θέατρο, το Einstein on the Beach [Ο Αϊνστάιν στην παραλία] (1976) των Wilson και Philip Glass [Φίλιπ Γκλας] αντικατέστησε τη δραματική πλοκή με επαναλαμβανόμενες εικόνες και μουσικά μοτίβα. Το Nixon in China [Ο Νίξον στην Κίνα] (1987) του John Adams [Τζων Άνταμς], σε σκηνοθεσία του Peter Sellars [Πήτερ Σέλλαρς], μετέτρεψε την πρόσφατη πολιτική ιστορία και την τηλεοπτική της εικόνα σε υλικό όπερας. Παράλληλα, η Laurie Anderson [Λώρη Άντερσον] συνέδεσε την τέχνη της επιτέλεσης με την ποπ μουσική και την ηλεκτρονική τεχνολογία.
Στον χορό, η Sally Banes [Σάλλυ Μπέινς] θεωρητικοποίησε ως μεταμοντέρνο χορό το έργο της γενιάς που συσπειρώθηκε από το 1962 γύρω από το Judson Dance Theater [Τζάντσον Ντανς Θήατερ] στη Νέα Υόρκη. Η Yvonne Rainer [Υβόν Ρέινερ], η Trisha Brown [Τρίσα Μπράουν] και ο Steve Paxton [Στηβ Πάξτον] απέρριψαν τη δεξιοτεχνία και το θέαμα και στράφηκαν στην καθημερινή κίνηση. Με τον μεταμοντερνισμό συνδέθηκε και το χοροθέατρο της Pina Bausch [Πίνα Μπάους], μέσα από την αποσπασματική σύνθεση, την επανάληψη και την ανάμειξη χορού, λόγου και βιωματικού υλικού.
Στην Ελλάδα, η αισθητική του μεταμοντερνισμού εμφανίστηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, καθώς αναπτύσσονταν τα ανεξάρτητα θεατρικά σχήματα. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός με την ομάδα «Διπλούς Έρως» (1983), ο Δημήτρης Παπαϊωάννου [Dimitris Papaioannou] με την Ομάδα Εδάφους (1986) και, στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, ο Γιάννης Χουβαρδάς με το Θέατρο του Νότου (1991) έφεραν στη σκηνή τη διακειμενική σύνθεση, την ανάμειξη υψηλής και λαϊκής εικονογραφίας και την ανατρεπτική επανανάγνωση του κλασσικού ρεπερτορίου.
Από τη δεκαετία του 1990, η θεωρία διαπίστωσε την εξάντληση του ρεύματος. Το 1999 ο Hans-Thies Lehmann [Χανς-Τις Λέμαν] περιέγραψε το μεταδραματικό θέατρο ως νέο σκηνικό παράδειγμα. Οι στρατηγικές του μεταμοντερνισμού επιβιώνουν στη διαμεσικότητα της ψηφιακής κουλτούρας και στο έργο ελληνικών ομάδων που εμφανίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όπως οι blitz [Μπλιτς] και οι Vasistas [Βαζίστας].